Βαθμολογία

Σαν σήμερα: 13 Αυγούστου 1905 – Δημοψήφισμα στη Νορβηγία για διάλυση της Ενωσης με τη Σουηδία

Στις 7 Ιουνίου 1905, το νορβηγικό κοινοβούλιο διακήρυξε ότι ο βασιλέας είχε πάψει να ενεργεί ως Νορβηγός μονάρχης. Κατά συνέπεια, η ένωση της Νορβηγίας με τη Σουηδία είχε παύσει να ισχύει 

Η Νορβηγία βρισκόταν υπό την εξουσία της Δανίας από τον ύστερο Μεσαίωνα έως και τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1814, όμως, κατά τη ρύθμιση των ευρωπαϊκών υποθέσεων μετά την ήττα των δυνάμεων του Ναπολέοντα και σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης του Κιέλου, η Δανία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τη Νορβηγία στο Βασίλειο της Σουηδίας.  

Οι Νορβηγοί, βέβαια, εκμεταλλεύτηκαν την πολιτική ρευστότητα της περιόδου και ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους ψηφίζοντας ένα σχετικά φιλελεύθερο σύνταγμα, το οποίο συντάχθηκε κατά το πρότυπο του αμερικανικού και του γαλλικού συντάγματος. Παρά ταύτα, δεν κατάφεραν να αναγνωριστεί διεθνώς η ανεξαρτησία τους. Πέτυχαν μόνο να διατηρήσουν κάποιου βαθμού αυτονομία στο πλαίσιο του Βασιλείου της Σουηδίας. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν το γεγονός ότι διατήρησαν το Storting, το Κοινοβούλιο, το οποίο υπήρξε καρπός της σύντομης φιλελεύθερης περιόδου της ανεξαρτησίας του 1814. 

Προϊόντος του χρόνου, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η Νορβηγία γνώρισε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Η ολοένα αυξανόμενη σε αριθμό και ισχύ νορβηγική αστική τάξη και ο πολιτικός κόσμος άρχισαν να διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία από τη Σουηδία. Σταδιακά οι δύο πλευρές βρέθηκαν σε πολιτική αντιπαράθεση με βασικό σημείο τριβής το δικαίωμα των Νορβηγών να διαθέτουν τις δικές τους προξενικές αρχές στο εξωτερικό. Για τους Νορβηγούς, η ίδρυση προξενείων αποτελούσε ένα βήμα που τους έφερνε εγγύτερα με την ανεξαρτησία. Από την άλλη, οι Σουηδοί εκτιμούσαν ότι με τις απαιτήσεις τους οι Νορβηγοί προσπαθούσαν να υπονομεύσουν την κοινή εξωτερική πολιτική του βασιλείου τους. 

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Νορβηγούς και τους Σουηδούς κορυφώθηκε το 1905. Η κυβέρνηση της Νορβηγίας υπό τον Κρίστιαν Μίχελσεν έλαβε την απόφαση να ιδρύσει ξεχωριστά προξενεία, παρά την αντίθεση του Οσκαρ Β΄ της Σουηδίας. Ο βασιλέας αρνήθηκε να επικυρώσει τον νόμο, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης. Στις 7 Ιουνίου 1905, το νορβηγικό κοινοβούλιο διακήρυξε ότι ο βασιλέας είχε πάψει να ενεργεί ως Νορβηγός μονάρχης. Κατά συνέπεια, η ένωση της Νορβηγίας με τη Σουηδία είχε παύσει να ισχύει. 

Η νορβηγική κυβέρνηση αποφάσισε να διεξαγάγει δημοψήφισμα προκειμένου να εξασφαλίσει τη λαϊκή υποστήριξη για τις ενέργειές της. Στις 13 Αυγούστου 1905 οι Νορβηγοί κλήθηκαν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν τη διάλυση της ένωσης με τη Σουηδία. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν εντυπωσιακό, δεδομένου ότι 368.208 Νορβηγοί τάχθηκαν υπέρ της διάλυσης της ένωσης, ενώ μόλις 184 ψήφισαν κατά.  

Η σουηδική ηγεσία αποδέχθηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και στη συνέχεια εισήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους Νορβηγούς για την επίσημη διάλυση της ένωσης. Η Νορβηγία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Εναν μήνα αργότερα, τον Νοέμβριο του 1905, διεξήχθη στη Νορβηγία νέο δημοψήφισμα με το ερώτημα εάν ο πρίγκιπας Καρλ της Δανίας, εγγονός του Χριστιανού Θ΄, πληρούσε τις προϋποθέσεις να γίνει βασιλιάς του νέου κράτους. 

Πηγή: kathimerini.gr