
Ένα μάλλον ασυνήθιστο ζήτημα έφτασε στη Βουλή, με αφορμή το ισχύον καθεστώς για την οπλοκατοχή των κληρικών και ειδικότερα τη δυνατότητά τους να αποκτούν κυνηγετικό όπλο και να συμμετέχουν νόμιμα στο κυνήγι.
Το θέμα έθεσε με κοινοβουλευτική ερώτηση ο βουλευτής Ηλείας της ΝΔ Ανδρέας Νικολακόπουλος, ζητώντας από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να διευκρινίσει τη νομική βάση πάνω στην οποία εξακολουθεί να στηρίζεται η απαγόρευση.
Ο βουλευτής έθεσε μάλιστα και ζήτημα συνταγματικής αντιμετώπισης, παραπέμποντας στις αρχές της ισότητας απέναντι στον νόμο και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Το επιχείρημά του εστιάζει κυρίως στην ελληνική περιφέρεια. Όπως υποστήριξε, το κυνήγι αποτελεί σε πολλές τοπικές κοινωνίες παραδοσιακή και απολύτως νόμιμη δραστηριότητα, στην οποία υπάρχουν κληρικοί που θα επιθυμούσαν να συμμετέχουν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπόλοιπους πολίτες.
Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, πάντως, δεν άφησε περιθώρια για αλλαγή του σημερινού καθεστώτος. Απαντώντας στην ερώτηση, ο υφυπουργός Ιωάννης Λαμπρόπουλος επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, την απόφαση 2569/1990 του Συμβουλίου της Επικρατείας και σχετικά έγγραφα εκκλησιαστικών οργάνων.
Με βάση αυτά, η απαγόρευση αφορά οπλοκατοχή και οπλοχρησία από κληρικούς ανεξαρτήτως βαθμού, χωρίς ειδική εξαίρεση για τα όπλα που προορίζονται για κυνήγι.
Σύμφωνα με την κυβερνητική απάντηση, η στάση της ΕΛ.ΑΣ. δεν βασίζεται σε μία μεμονωμένη διάταξη, αλλά στον συνδυασμό της νομοθεσίας περί όπλων, της σχετικής νομολογίας, του ιδιαίτερου θεσμικού πλαισίου που διέπει τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, καθώς και των αποφάσεων των εκκλησιαστικών οργάνων.
Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι ο Ανδρέας Νικολακόπουλος είχε διατελέσει ο ίδιος υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη μέχρι την άνοιξη του 2025. Η ερώτησή του, λοιπόν, άνοιξε τη συζήτηση, αλλά η απάντηση του υπουργείου ήταν σαφής: προς το παρόν, ράσο και κυνηγετικό όπλο παραμένουν ασύμβατα…