_090907.jpg)
Το κόστος της ενέργειας επιστρέφει σχεδόν «εφιαλτικά» στη καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν νέες πιέσεις στην αγορά.
Στα πρατήρια της χώρας, η μέση τιμή της αμόλυβδης έχει ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ οι τιμές του diesel εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.
Η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε σημαντική μηνιαία επιβάρυνση για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους, ιδιαίτερα για μεγάλες αποστάσεις.
Με ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων, το κόστος για τη βενζίνη μπορεί να φτάσει περίπου τα 100 ευρώ, ενώ η αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την ενεργειακή αναταραχή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η ανοδική πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίσω από την πίεση στις αντλίες.
Παρά τις ημερήσιες διακυμάνσεις, το Brent κινείται πλέον κοντά στα 95 δολάρια το βαρέλι.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται μόνο στη βενζίνη.
Το πετρέλαιο κίνησης εξακολουθεί να επιβαρύνει το κόστος μετακίνησης, αλλά και το κόστος μεταφοράς προϊόντων, γεγονός που μπορεί να περάσει σταδιακά και στις τελικές τιμές των αγαθών.
Σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι επιπτώσεις, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης συνεχίζεται και τον Σεπτέμβριο.
Η παρέμβαση ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, με εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος 30 εκατ. ευρώ για τον μήνα.
Συνολικά, από την έναρξη του μέτρου τον Απρίλιο, το κόστος της παρέμβασης έχει φτάσει τα 211 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, η κρατική παρέμβαση δεν αναιρεί την ευρύτερη πίεση που δημιουργούν οι διεθνείς τιμές.
Όταν το πετρέλαιο παραμένει ακριβό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το κόστος μεταφορών, παραγωγής και εφοδιασμού αυξάνεται, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρόσθετες πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το φυσικό αέριο απειλεί να ξαναφέρει την ενεργειακή πίεση
Ανησυχία προκαλεί ταυτόχρονα η νέα άνοδος στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου.
Το συμβόλαιο αναφοράς TTF στην Ευρώπη ξεπέρασε τα 75 ευρώ ανά μεγαβατώρα, φτάνοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τις αρχές του 2023.
Η εξέλιξη συνδέεται τόσο με τις γεωπολιτικές εντάσεις όσο και με την κατάσταση των αποθεμάτων φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα.
Η αύξηση αυτή αφορά άμεσα και την Ελλάδα, καθώς το φυσικό αέριο δεν χρησιμοποιείται μόνο από νοικοκυριά για θέρμανση.
Αποτελεί παράλληλα σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, επομένως μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών μπορεί να επηρεάσει και το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος.
Παράλληλα, η αύξηση του ενεργειακού κόστους λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής για την οικονομία: από τις μεταφορές και τη βιομηχανία έως την εφοδιαστική αλυσίδα και τα τρόφιμα.
Τι συμβαίνει τώρα στη διεθνή αγορά
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν επαναφέρει την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Το Brent υποχώρησε οριακά την Πέμπτη, κατά 43 σεντς, στα 95,20 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε στα 90,77 δολάρια.
Η μικρή πτώση ήρθε μετά τις έντονες διακυμάνσεις των προηγούμενων ημερών, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να αξιολογήσουν εάν η νέα ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου.
Μόλις μία ημέρα νωρίτερα, το Brent είχε ενισχυθεί περίπου 1%, στα 95,63 δολάρια, ενώ την Τρίτη είχε καταγράψει άλμα άνω των 4 δολαρίων, φτάνοντας σε υψηλό πέντε εβδομάδων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται για ακόμη μία φορά το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται κρίσιμο μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών φορτίων.
Η κυκλοφορία πλοίων έχει μειωθεί σημαντικά, αυξάνοντας τους φόβους για προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα πετρελαίου και LNG.
Ακριβότερη και η βενζίνη στην Ευρώπη
Την ίδια στιγμή, οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο αργό πετρέλαιο.
Σύμφωνα με το Reuters, τα περιθώρια κέρδους των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων για τη βενζίνη έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Το περιθώριο για τη βενζίνη Eurobob E5 ξεπέρασε τα 62 δολάρια το βαρέλι στις 2 Σεπτεμβρίου, σχεδόν αγγίζοντας το ρεκόρ του Ιουνίου 2022.
Ένας από τους παράγοντες είναι τα χαμηλά αποθέματα βενζίνης στο Άμστερνταμ-Ρότερνταμ-Αμβέρσα, ενώ οι περιορισμοί στην παγκόσμια παραγωγή και οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία περιορίζουν περαιτέρω την προσφορά.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική στο diesel, όπου τα περιθώρια διύλισης παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά, μεταξύ άλλων λόγω της απομάκρυνσης της Ευρώπης από τις ρωσικές προμήθειες και των προβλημάτων στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής.
Το νέο μέτωπο του LNG
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι εντάσεις στο Στενό του Ορμούζ έχουν οδηγήσει ακόμη και σε ασυνήθιστες μεταφορτώσεις LNG από πλοίο σε πλοίο, εκτός του Στενού, προκειμένου να συνεχιστούν οι παραδόσεις από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προς την Ασία.
Η αναστάτωση έχει ήδη αποτυπωθεί στις τιμές της Ασίας, με τα spot φορτία LNG να έχουν ανέβει στα 23,20 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες, περισσότερο από το διπλάσιο των επιπέδων πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται περίπου στο 63% της χωρητικότητας, χαμηλότερα από τον στόχο του 80% που είχε τεθεί ενόψει του χειμώνα.
Αυτή η εξέλιξη αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε οποιαδήποτε νέα διαταραχή των εισαγωγών.
Οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν το κόστος για τους καταναλωτές
Το βασικό ερώτημα για την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη είναι πλέον αν η νέα ενεργειακή αναταραχή θα αποδειχθεί προσωρινή ή θα αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια.
Η διεθνής αγορά πετρελαίου εξακολουθεί να αντιδρά σχεδόν άμεσα σε κάθε νεότερη εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, ενώ το φυσικό αέριο βρίσκεται αντιμέτωπο με τον συνδυασμό γεωπολιτικών κινδύνων και χαμηλότερων αποθεμάτων ενόψει χειμώνα.
Αν οι τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, η πίεση δεν θα περιοριστεί στην αντλία.
Θα επηρεάσει το κόστος μετακίνησης, μεταφορών, παραγωγής και ηλεκτροπαραγωγής, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο επιβαρύνσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Για την ελληνική οικονομία, επομένως, η εξέλιξη των διεθνών τιμών ενέργειας αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για το διαθέσιμο εισόδημα, τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής τους επόμενους μήνες.
Πηγή: skai.gr