Βαθμολογία

500 εκ. διαθέσιμα για στεγαστικά το 2014

«Περιορισμένη αλλά ποιοτική» χαρακτηρίζουν τη ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια, αρμόδια τραπεζικά στελέχη. «Τα διαθέσιμα για δανειοδοτήσεις κεφάλαια στον τομέα της στεγαστικής πίστης από πλευράς τραπεζών, που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 500 με 600 εκατ. ευρώ για το σύνολο του έτους, είναι σαφώς περισσότερα από τη ζήτηση από μέρους των νοικοκυριών που κυμαίνεται ακόμη σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα», αναφέρει στην «Κ» επιτελικό στέλεχος συστημικής τράπεζας. «Περιορισμένη αλλά ποιοτική» χαρακτηρίζουν τη ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια, αρμόδια τραπεζικά στελέχη. «Τα διαθέσιμα για δανειοδοτήσεις κεφάλαια στον τομέα της στεγαστικής πίστης από πλευράς τραπεζών, που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 500 με 600 εκατ. ευρώ για το σύνολο του έτους, είναι σαφώς περισσότερα από τη ζήτηση από μέρους των νοικοκυριών που κυμαίνεται ακόμη σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα», αναφέρει στην «Κ» επιτελικό στέλεχος συστημικής τράπεζας.

«Το αισιόδοξο πάντως μήνυμα είναι ότι σήμερα οι περισσότερες αιτήσεις για δανειοδότηση είναι ποιοτικές, καθώς εγκρίνονται περίπου 7 στα 10 δάνεια, όταν στη διάρκεια της κρίσης η εγκρισιμότητα είχε περιοριστεί σε 4 στα 10 δάνεια», προσθέτει.

Σύμφωνα με συγκλίνουσες εκτιμήσεις που συγκέντρωσε η «Κ», οι υποψήφιοι δανειολήπτες είναι πλέον πιο ενημερωμένοι αναφορικά με τη στεγαστική πίστη, και ειδικότερα για τα απαραίτητα κριτήρια που πρέπει να πληρούν ώστε να εγκριθεί το δάνειό τους. Επίσης είναι πιο συνειδητοποιημένοι και προσέρχονται στην τράπεζα για δάνεια όταν έχουν εκτιμήσει με σιγουριά ότι μπορούν πραγματικά να το εξυπηρετήσουν.

Σημαντικό κριτήριο που έχει οδηγήσει μεταξύ άλλων στην αναβάθμιση, από ποιοτικής πλευράς, των αιτήσεων για στεγαστική πίστη αποτελεί πλέον το γεγονός ότι οι τράπεζες προχωρούν αυστηρά σε χρηματοδότηση που μπορεί να φτάσει μέχρι το 75% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ενώ πριν από την κρίση έφτανε και το 100%. Οι τράπεζες, μέσω ενημερωτικών φυλλαδίων, αλλά και μέσω των καταστημάτων τους, έχουν κάνει ευρέως γνωστή αυτή την προϋπόθεση, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός εν δυνάμει δανειοληπτών που δεν διαθέτει ίδια κεφάλαια να μην προχωρεί στη διαδικασία υποβολής αίτησης, καθώς ξέρει ότι δεν θα εγκριθεί.

Εμφαση δίνουν επίσης οι τράπεζες στον τομέα των επισκευαστικών δανείων, καθώς σημαντικός αριθμός νοικοκυριών έχει επιλέξει κατ' ανάγκη τη λύση μιας ανακαίνισης στο ήδη υπάρχον σπίτι, από τη λύση στεγαστικού δανείου για την αγορά ενός μεγαλύτερου σπιτιού. Πρόκειται πλέον για πραγματικά επισκευαστικά δάνεια, καθώς πραγματοποιείται αυτοψία μηχανικού και ζητούνται παραστατικά και αποδείξεις, ενώ πριν από την κρίση στην πλειονότητά τους τα κεφάλαια για τα δάνεια προορίζονταν για καταναλωτικούς σκοπούς.

Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος για την επανεκκίνηση της στεγαστικής πίστης είναι μακρύς και, όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη, θα συμβαδίσει με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς της οικονομίας και την εξέλιξη της ανεργίας. Τα στοιχεία νέων χορηγήσεων στη στεγαστική πίστη αποτυπώνουν με τον πιο σαφή τρόπο τον δρόμο που έχει να καλύψει η στεγαστική πίστη: οι συνολικές χορηγήσεις καθαρά νέων στεγαστικών δανείων για ολόκληρο το 2013 κυμάνθηκαν στα 200 εκατ. ευρώ περίπου. Το 2011 τα νέα στεγαστικά ανήλθαν σε 2 δισ. ευρώ περίπου και στη «χρυσή» εποχή το 2006 κυμαίνονταν στα 16 δισ. ευρώ.

Τέτοια νούμερα δεν θα ξαναδούμε – με την προϋπόθεση όμως ότι θα επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για επιστροφή στην ανάπτυξη το 2014 και συνέχιση και στα επόμενα έτη, είναι πιθανό οι νέες χορηγήσεις να προσεγγίσουν ξανά το ένα δισ. ευρώ από το 2015 και μετά. Ο δρόμος όμως είναι μακρύς και οι προϋποθέσεις πολλές, αναφέρουν χαρακτηριστικά τραπεζικά στελέχη.

Για την ώρα πάντως, σύμφωνα με συγκλίνουσες εκτιμήσεις, η πλειονότητα των εργασιών στη στεγαστική πίστη εστιάζεται ακόμη στη ρύθμιση δανείων, με αποτέλεσμα σε επίπεδο τραπεζικού συστήματος να έχουν ρυθμιστεί πάνω από 250.000 στεγαστικά δάνεια αξίας 18 δισ. ευρώ. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι 7 στα 10 στεγαστικά δάνεια, παρά το πρωτόγνωρο μέγεθος της κρίσης, εξυπηρετούνται κανονικά, ενώ ο ρυθμός αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι πλέον πτωτικός.

Πηγή: Η Καθημερινή
(Αλέκος Λιδωρίκης)